Σάββατο, 12 Μαΐου 2018

Βαγγέλης Σαλματάνης - ο Σαλαμίνιος Αγωνιστής του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ αφηγείται για το κολαστήριο της Μακρονήσου

Γράφει ο δημοσιογράφος 
 Τάσος Καραντής

Σαν σήμερα (12-5-1947) εγκαινιάζεται το στρατόπεδο Μακρονήσου, το οποίο προορίζεται κυρίως για τον εγκλεισμό «ύποπτων στρατιωτικών»*…
 

Ο Σαλαμίνιος αγωνιστής του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ Βαγγέλης Σαλματάνης (1914-2011), μου είχε αφηγηθεί τις αναμνήσεις του από την Μακρόνησο, όταν έγραφα το βιβλίο μου  «Οι αναμνήσεις του αγωνιστή Βαγγέλη Σαλματάνη» (μαρτυρίες και τεκμήρια)», εκδ. ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ, Αθήνα 2005. 

Η αφήγησή του – ιστορικό ντοκουμέντο :

-->


«ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ

Τον Απρίλη του 1949 μου κοινοποιήθηκε απόφαση παράτασης της εκτόπισής μου για άλλον έναν χρόνο. Όμως το καλοκαίρι του’49 ήρθε ένα καράβι και βγήκαν και φώναζαν από έναν κατάλογο ονόματα, επιλεκτικά, ο τάδε, ο τάδε, ο τάδε…Μας πήραν από ’κει και μας πήγαν στην Μακρόνησο. Μας τοποθέτησαν, ως πολιτικούς κρατούμενους, στον Άγιο Γεώργιο, στο Στρατόπεδο Πειθαρχημένης Διαβίωσης Πολιτικών Εξορίστων. Εκεί μείναμε ως το φθινόπωρο του’49 και κατόπιν μεταφερθήκαμε στα διάφορα τάγματα, μας αναλάμβανε πλέον ο στρατός… Εμένα με πήγανε στο Β΄ ΕΤΟ(=ΕΙΔΙΚΟΝ ΤΑΓΜΑ ΟΠΛΙΤΩΝ) – Ε.Σ.Α.Ι.(=ΕΙΔΙΚΟΝ ΣΧΟΛΕΙΟΝ ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΙΔΙΩΤΩΝ).


Κολαστήριο

Εκεί πήραμε μυρουδιά τι μέλλει γενέσθαι. Μόλις μπήκαμε μέσα από την πύλη μας σταματήσανε και μας βάλανε στη μέση οι αλφαμίτες, δηλαδή η αστυνομία μονάδας. Μας βάλανε στη μέση κι άρχισαν μια να μας φοβερίζουνε και μια να μας καλοπιάνουνε. Εμείς δεν τους δίναμε σημασία. Μας έλεγαν να υποχωρήσουμε και να υπογράψουμε δηλώσεις. Εμείς τίποτα. Οπότε σε μια στιγμή μας ρίχτηκαν. Μας χτυπούσαν, άλλοι με ξύλα, άλλοι με τους υποκόπανους κι άλλοι με κλωτσιές και γροθιές! Γυρίζαμε σαν τρελοί! Γύρω εμείς, γύρω κι αυτοί! Και χτυπάγανε! Αφού χορτάσανε αυτοί να δίνουνε κι εμείς να παίρνουμε, σταματήσανε! Και μας βάλανε σε φάλαγγα και μας πήγαν στις σκηνές. Ήτανε κάτι μεγάλες σκηνές κι εκεί μας πετάξανε μέσα στη λάσπη! Τα βράδια  ακούγαμε τα βογκητά και τις φωνές αυτών που μαρτύραγαν! Κάθε βράδυ! Κάθε βράδυ! Ώσπου ήρθε η σειρά μας! Μπήκανε μέσα στη σκηνή και μας αρχίσανε με τις κλωτσιές, με τους υποκόπανους, με τα παλούκια και μας χτυπάγανε αδιάκριτα! Σ’ όλο το στρατόπεδο άκουγες τα βογκητά, το ωχ και το βαχ, που σ’ έπιανε ανατριχίλα! Όλη νύχτα! Και το πρωί μας βγάζανε στη δουλειά, στην αγγαρεία.




Ένα πρωί με βγάλανε εμένα και 5-6 άλλους και μας πήγανε σ’ ένα ύψωμα στο βουνό και μας δώσανε από ένα γκασμά, που ούτε γκασμάς ήτανε ούτε βαριό* ήτανε, να σκάψουμε να κάνουμε ένα δρόμο. Χωρίς να χρειάζεται σε τίποτα , αλλά έτσι! Εγώ ήμουνα μαθημένος από τα μικρά μου χρόνια στα κτήματα με τον παππού μου κι ήξερα πώς να δουλέψω αυτό το πράγμα. Κι έπιασα να σκάβω. Παράλληλα με το σκάψιμο μάζευα και ξυλαράκια και τα έκανα δεματάκια, για να τα πάρω μαζί μου μετά το τέλος της αγγαρείας.  Όταν βάρεσε η σάλπιγγα για να γυρίσουμε στις σκηνές μας πήγα να πάρω τα δεματάκια με τα ξύλα . Καθότανε όμως δίπλα τους ένας κερατάς αλφαμίτης. Μόλις άπλωσα το χέρι μου να τα πάρω μου ΄κανε νόημα να φύγω. Γύρισα τον κοίταξα και του είπα : «Μα είναι δικά μου, εγώ τα μάζεψα!». –«Θα τα πάρω εγώ» μου είπε κοφτά. –«Τουλάχιστον να τα μοιραστούμε…». Και γύρισε, έπιασε το όπλο του από την κάνη και μου ’δωσε μια με το κοντάκι στο στήθος, που μου ’σπασε το κόκαλο! Έπεσα χάμω κι έσκουζα από τον πόνο!
Εκεί οι αλφαμίτες σοφίζονταν, με το εκφυλισμένο τους μυαλό, πως θα μας παίδευαν. Εξάλλου δεν τους έκανε και κανένας έλεγχο, δεν τους ζητούσαν αναφορά, ότι ήθελαν μας έκαναν! Τις επόμενες μέρες μας πήγανε στη θάλασσα. Ήμασταν τέσσερις, οι δύο μέχρι το στήθος μέσα στο νερό για να γεμίσουν ένα τσουβάλι με άμμο και οι άλλοι δύο απ’ έξω για να το μεταφέρουνε εκεί που χτίζανε. Εγώ μαζί μ’ έναν άλλο μεταφέραμε τα τσουβάλια με την άμμο. Εγώ ήμουνα και φασκιωμένος από το σπάσιμο που είχα στο στήθος. Δεν είχαμε φτάσει στη μέση του δρόμου και μας συνάντησαν δύο αλφαμίτες : «Τι είναι αυτό ρε;» μας είπαν. –«Άμμος, την πάμε απάνω για να χτίσουμε» τους απαντήσαμε. –«Άμμος είναι; Άμμος είναι αυτό ρε κερατάδες; Μια χούφτα; Ε;»! Και έριξαν μια κλωτσιά στο τσουβάλι και σκόρπισε η άμμος! «Γρήγορα να την μαζέψετε!». Πως όμως να την μαζεύαμε με τα χέρια έτσι όπως είχε σκορπίσει; -«Δεν μαζεύεται με τα χέρια», ψελλίσαμε. –«Δεν μαζεύεται ε; Ελάτε εδώ!». Μας πήγανε εκεί που ήταν τα άλλα δύο παιδιά που βγάζανε την άμμο από τη θάλασσα και μας έδωσαν μια σπρωξιά και μας πέταξαν μέσα στη θάλασσα! «Εβγάτε εσείς έξω!», είπαν στους άλλους. Μας βάλανε και βγάζαμε άμμο από τη θάλασσα για να ξαναγεμίσουμε το τσουβάλι. Εγώ και σακατεμένος, φασκιωμένος! Ότι σοφιζότανε ένας παρανοϊκός, το ίδιο κι αυτοί! Άσε που τους αφιονίζανε! Το χασίσι πήγαινε κι ερχότανε! 

Ο νεομάρτυρας Δημήτρης Τατάκης

Είχαμε έναν καπετάνιο, Δημήτρη Τατάκη τον λέγανε. Ήταν ένα γεροδεμένο παλικάρι, καπετάνιος του εμπορικού ναυτικού. Τον είχανε πάει ψηλά στο ύψωμα, για να τον βλέπουμε όλοι, και τον είχανε δέσει σ’ ένα ξύλο, του ’χανε φορτώσει και τα ρούχα, ότι είχε και δεν είχε, στην πλάτη και του ρίχνανε και νερό στα ρούχα για να βαρύνουνε! Έτσι υπέμενε για μέρες πολλές το “θρυλικό” στη Μακρόνησο και βάρβαρο μαρτύριο της ορθοστασίας! Μια μέρα ένας αλφαμίτης του είπε : «Αμύ δε θα τη γλιτώσεις, εγώ θα σε σπάσω και βάζω στοίχημα!». Οπότε του είπε ο Τατάκης με ηρεμία, ψύχραιμος : «Μη το βάζεις το στοίχημα γιατί θα το χάσεις! Και είσαι φτωχός άνθρωπος και δε θέλω να το χάσεις το στοίχημα!». Τελικά τον Τατάκη τον δολοφόνησαν οι αλφαμίτες, αφού τον βασάνισαν πρώτα επί ώρες!

Ο τόπος που πέθανε η δημοκρατία

Μας είχανε στην πλαγιά ενός λόφου κι από κάτω ήτανε η χαράδρα. Εκεί είχανε κάτι απομονωτήρια και βλέπαμε έναν άνθρωπο με μια πέτρα στον ώμο να πηγαίνει να έρχεται, να πηγαίνει να έρχεται… Και τα μεγάφωνα στους στύλους φώναζαν : «Στον τόπο αυτό γεννήθηκε, εδώ και 2500 χρόνια, η δημοκρατία!». Τι τον φώτισε έναν και σχολίασε φωναχτά : «Ναι, κι εδώ πέθανε!». Τον αρπάξανε αμέσως, εξαφανίστηκε! Ούτε τον ξανάδαμε! 

Απελευθέρωση-επιστροφή

Την άνοιξη του’50 με απέλυσαν. Με άφησαν ελεύθερο να επιστρέψω στον τόπο μου, στο νησί μου, με την έγγραφη όμως εντολή «άμα τη αφίξει του να παρουσιασθή εις Υπ. Χωρ/κης Σαλαμίνος». Γύρισα στη Σαλαμίνα χωρίς δουλειά, χωρίς να ’χω ψωμί να φάω, χωρίς να ’χω τόπο ν’ απαγκιάσω. Προσπαθούσα να βρω κάνα ψευτομεροκάματο, στις επισκευές στα καράβια, για να μπορέσω να επιβιώσω.» («Οι αναμνήσεις του αγωνιστή Βαγγέλη Σαλματάνη» (μαρτυρίες και τεκμήρια)» (σελ. 23-25).


*Βλ. : https://www.sansimera.gr/almanac/1205

** Στη φωτό του εξωφύλλου της δημοσίευσης : ο Βαγγέλης Σαλματάνης, πρώτος όρθιος, από αριστερά.