Ένα φεγγάρι έκανα σε κάποιο ναυπηγείο
που εκεί μεγάλα κότερα συνήθιζαν να βγαίνουν
με τ’ άλμπουρα τους που έφταναν ψηλά ‘ σα με τον ήλιο
νήματα ουράνιου αργαλειού που οι άνεμοι υφαίνουν.
Εκεί συχνά ερχόντουσαν πλούσιοι πλοιοκτήτες
αλλοδαποί και Έλληνες με τα ακριβά τους ρούχα
που ξεχωρίζανε με μιας μες σ΄ εκατό κεφάλια
κι όλο υποδείξεις έκαναν σε λεμβουργούς τεχνίτες.
Στο London Glory δούλεψα γύρω στη μια βδομάδα
άλλαζα μέρη κουπαστών όπου είχανε σαπίσει
ήτανε Skiper που έτρεχε στις θάλασσες για χρόνια
κι ήταν πολλά τα έπαθλα που είχε κατακτήσει.
Σ’ αυτό δυο Άγγλους γνώρισα την Mary και τον Thomas
που μόνοι τους γυρίζανε τον κόσμο με το σκάφος`
ζευγάρι ήταν που άφησαν πίσω τους την πατρίδα
και μόνο η περιπέτεια ήτανε γι’ αυτούς το πάθος.
Είκοσι χρόνια ήταν μαζί κι όμως ευτυχισμένοι
και μου ‘λεγαν στο κόσμο αυτό τίποτα δεν ποθήσαν
πιότερο απ’ τη θάλασσα γλυκιά κι αγριεμένη
γαλάζια, γκρίζα πορφυρή ως οι καιροί ορίσαν.
Πολλές φορές τα μάτια τους τον κάτω κόσμο είδαν
κ’ ήταν η εξομολόγηση γι’ αυτούς συχνό στοιχείο
μα όταν η μπόρα πέρναγε και η θάλασσα ηρεμούσε
χρόνο το χρόνο η σχέση τους θεμέλιωνε στο πλοίο.
Και εγώ συχνά συνήθιζα με τα σπαστά αγγλικά μου
να τους ρωτάω όταν καφέ πίναμε στην κουβέρτα
για τα λιμάνια που έπιαναν και μένανε για μήνες
και ‘κείνοι πάντα πρόθυμοι αρχίζανε κουβέντα.
Πλάι τους έμαθα πολλές συνήθειες άλλων τόπων
κι όσα δεν καταλάβαινα μου δείχναν με κινήσεις`
όμως κι αυτοί ρωτούσανε να μάθουνε για μένα,
μα εγώ δεν είχα στη ζωή μεγάλες συγκινήσεις.
Μία φωτογραφία μου κρατήσανε για ενθύμιο
τις κουπαστές σαν άλλαζα πάνω στο London Glory
κι αφού ταξίδια αλαργινά δεν έτυχε να κάνω,
ας ταξιδεύω στο χαρτί κι ας είναι όπου με πάει.
