«Η Σαλαμίνα μέσα από την ποιητική ματιά του Άγγελου Σικελιανού: ο ποιητής και οι άνθρωποι του νησιού μας στα χρόνια της αθωότητας»

Έλλη Κορρού – Λεμπέση*

Η σούστα του κυρ Γιάννη Κριέλα πήγαινε, μέσα στο ζεστό μεσημέρι του καλοκαιριού, στη Φανερωμένη.

- Ε! Μέντιε! Ψαρομέντιε!

Προχώρα Μέντιέ μου. Ο ποιητής θα σε ποτίσει νερό σαν φτάσουμε.

- Αχ! Κυρ – Άγγελε. Απόκαμε ο Μέντιος από τη ζέστη.

- Κυρ- Γιάννη, έχει τη δική του Σοφία το ζωντανό.

Καλοκαίρι του 1936: Ο ποιητής έχει καταφύγιο το σπιτάκι στη Σαλαμίνα. Η γνωριμία του με τον ποιητή Ανδρέα Σαλτάρη και τον αδερφό του Νίκο Σαλτάρη, και η φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ τους, φέρνει τον ποιητή στη Σαλαμίνα, αρχικά στην Ιερά Μονή Φανερωμένης, όπου έζησε ασκητικά 2-3 χρόνια.

 Η γνωριμία του με τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό, οι αναζητήσεις τους και οι βαθιές φιλοσοφικές αναζητήσεις για το Θεό και το χρέος του ανθρώπου να σηκωθεί λίγο ψηλότερα, ώθησε τον Αρχιεπίσκοπο να παραχωρήσει το μικρό σπιτάκι στην παραλία της Φανερωμένης.

 Το σπιτάκι χρησίμευε ως ταρσανάς για τις βάρκες των ψαράδων. Εκεί βρήκε καταφύγιο ο Άγγελος Σικελιανός, την ώρα που η σκιά του φασισμού άρχισε να απλώνεται απειλητικά πάνω από την Ευρώπη. Έζησε τα τελευταία 15 χρόνια τυης ζωής του.

- Κυρ- Γιάννη Κριέλα, σύρε την άμαξα στην παραλία, στους ψαράδες, στο καρνάγιο.

Καιρό τώρα, το πολύβουο συνάφι των καραβομαραγκών ιδροκοπά και μοχθεί.

- Πόσα θα δώσεις για τον κόπο μου, μάστορα; Εσύ είσαι ο αρχιμαραγκός.

Και στο σούρουπο, κάποιες καλοκαιρινές βραδιές, ξεχνιόταν ο ποιητής με τους ψαράδες. Κι άρχιζε το γλέντι στη Μεγάλη Σκάλα. Κακαβιά στο τσουκάλι, ρετσίνα από τα αμπέλια της Κούλουρης και ιστορίες των θαλασσόλυκων. Δεν ήξερες ποια ήταν η αλήθεια και ποιο το ψέμα. Έτσι ο ποιητής έγραψε την « Τρεχαντήρα».

                         « Καταμεσής ανέμου η τρεχαντήρα

                           με τα πανιά της τόξα τεντωμένα

                           του δοιακιού την στερνήν επήρε γύρα

                           στα γαλανά νερά τα γυμνωμένα.

                          Κι ο αιθεροδρόμος βόγκος που επλημμύρα

                          στα ξάρτια , στα πρυμνήσια, στην αντένα

                          -δελφίνια παρατρέχανε ολοένα

                          την έκρουε μες στο κύμα ολόρθη λύρα.

                          Σαν μ΄ ένα «λάσκα»

                          ο ήλιος μεσουρανεί

                          στων Σαλώνων εμπήκε το λιμάνι

                         με τον καταμεσήμερο μαϊστρο».

Στη Σαλαμίνα ο ποιητής βρήκε ένα απάνεμο λιμάνι, και, ένα νέο ποιητικό «εγώ». Σαν εξόριστος ποιητής που αφουγκράζεται τα σημάδια των καιρών, το σεργιάνι του στη Σαλαμίνα με την άμαξα του κυρ-Γιάννη Κριέλα, σήμαινε ένα εσωτερικό ταξίδι του ποιητή από τον μεγαλεπήβολο κόσμο της Δελφικής Ιδέας, το βακχικό και Διονυσιακό ύφος των Υψηλών Ιδεών, σε ένα κόσμο λιτό και απέριττο της υπαίθρου. Ο ποιητής από τον μεγαλοϊδεατισμό των Δελφικών Εορτών, μυήθηκε στον κόσμο των αγροτών, των ψαράδων, των απλών ανθρώπων της Σαλαμίνας, που μετά βίας είχαν μορφωθεί στοιχειωδώς. Η στροφή του ποιητή στο νατουραλισμό και την ιδιότυπη ποιητική ηθογραφία, σήμανε την αρχή της αναζήτησης της βαθύτερης ιδέας της συναίρεσης του χρόνου και της αναζήτησης του Θεού, μέσα από τις αλήθειες των απλών και ανεπιτήδευτων ανθρώπων που μιλούσαν τα αρβνανίτικα μαζί με τα τραγουδιστά και ρυθμικά ελληνικά.

Όπως ο φίλος του Καζαντζάκης βρήκε στο Ζορμπά την αλήθεια της ζωής, έτσι και ο Σικελιανός ανακούφιζε την ψυχή του από τις εσωτερικές υπαρξιακές αναζητήσεις. Αφουγκραζόταν ότι η μπότα του φασισμού δε θα αργήσει να φανεί και αναζητούσε τη περισυλλογή και τη γαλήνη στη Σαλαμίνα.

Ο φυσικός, απλός, λαϊκός κόσμος, που είχε την αθωότητα και τη χαρά της φύσης και της ζωής, οδήγησε τον ποιητή στην αναζήτηση του νοήματος στην απλότητα, στην αθωότητα της ζωής. Ο ποιητής φαινόταν στα μάτια του απλού λαού ως έςνας Ολύμπιος Θεός, με υπερφυσικές δυνάμεις. Όσοι γνώρισαν το Σικελιανό μικούσαν για τη μαγική, μεταφυσική του Αύρα, για τη μυθική μορφή του, την ομορφιά και την επιβλητικότητά του. Ήταν ψηλός με πλούσια κόμη. Γυρνούσε στα καφενεία, τις ταβέρνες, τα στέκια των απλών ανθρώπων της Κούλουρης.

Η Άννα Σικελιανού, η δεύτερη γυναίκα του θα γράφει για το σπιτάκι της Σαλαμίνας:

(1941):«Οι Γερμανοί πατήσανε στο σπιτάκι της Σαλαμίνας, το διαγουμίσανε και δεν άφησαν παρά μόνο τους τοίχους και τις ανίερες πράξεις τους. Το γραφείο του Άγγελου στο παράσπιτο δεν το άγγιξαν αλλά οι φίλοι μας οι Σαλτάρηδες μας ξεσήκωσαν τα βιβλίακαι τα χειρόγραφα του Άγγελου και τα μετέφεραν στην Κούλουρη για να τα προστατέψουν. Με τους βομβαρδισμούς από τους Άγγλους χτυπήθηκε και το σπίτι και τα βιβλία. Πόσες φορές δεν είδαμε τα γράμματα να έχουν το ίδιο ριζικό με τους ανθρώπους».

Σε άλλο σημείο της αλληλογραφίας του με την Άννα Σικελιανού, ο ποιητής γράφει για το σπιτάκι της Σαλαμίνας:

«Το νησί με το γλαυκό φως και το σπίτι είναι η γωνιά του Παραδείσου». Και αλλού, συνεχίζει: «Μόνη μας συντροφιά το τζάκι ως τη βαθειά νύχτα, η θάλασσα, ο αέρας που σουρώνει μες στα πεύκα. Για κάμποσο καιρό οι ουρανοί είναι ανοιχτοί και αγναντεύαμε ανέμελοι τα σύγνεφα ή μ’ ένα βαρκάκι πλέμε σ’ ανοιχτά μακριά από τις έγνοιες των ανθρώπων, των αθρώπων μας, που δεν ξέρουμε ακόμη αν, πότε και πώς θα γυρίσουμε πίσω».

Ο φασισμός, η Κατοχή και ο Εμφύλιος είχαν σκιάσει την Ελλάδα. Ο Σικελιανός ανάμεσα στους περιπάτους με την άμαξα του Γιάννη Κριέλα, τις περιηγήσεις στο νησί και στο κόσμο του νησιού, την βαρκάδα, τις βόλτες στο πευκοδάσος περιγράφει στα γράμματά του τις ασχολίες του απλού κόσμου, τη διαδοχή των εποχών, τα λαϊκά ήθη και έθιμα, τις λειτουργίες στο μοναστήρι, τις λαϊκές γιορτές. Στο κοντινό ταβερνάκι του «Σκαλήθρα» θα βρίσκει ησυχαστήριο για ναγράφει στο ύπαιθρο.

Η παρέα του ποιητή είναι ο Ανδρέας Σαλτάρης ο ποιητής και ο λαογράφος Νικόλαος Σαλτάρης. Μαζί συζητούσαν για την ποίηση και την πολύπαθη ιστορία της Ελλάδας.

Ωστόσο στη Σαλαμίνα θα ζήσει τα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου.

Ήταν χειμώνας που μαθαίνει ότι ο φίλος του ο Παλαμάς είναι πολύ άρρωστος. Ζητά στον κυρ- Γιάννη Κριέλα να τον πάει στα Βασιλικά, στο περιβόλι του κυρ-Σπύρου Παπανικολάου.

- Κύριε Σπύρο, ο ποιητής σας ζητά!

- Ποιητά μου!

- Ο φίλος μου ο Κωστής Παλαμάς είναι άρρωστος. Θέλω θυμαρίσιο μέλι.

Χειμώνας, 23 Φεβρουαρίου 1943:

 Στον κύριο Σπύρο Παπανικολάου μάθαινε ο ποιητής μελισσοκομία. Όμως ο πόλεμος και οι γερμανικές ερπύστριες είχαν κάνει δύσκολα τα πράγματα και η απλή και αθώα ζωή είχε αρχίσει να γίνεται θλιβερή. Πάνω στο φέρετρο του Παλαμά ο ποιητής θα γράψει εμβληματικά το ποίημα κατά του φασισμού.Και η κηδεία του Παλαμά θα γίνει αφορμή για μια πράξη θάρρους, αντίστασης και αφύπνισης της ελληνικής συνείδησης για ελευθερία.

                        «Ηχήστε σάλπιγγες

                          Καμπάνες βροντερές

                         δονήστε σύγκορμη τη χώρα

                         πέρα ως πέρα.

                        Βογκήστε τύμπανα πολέμου.

                        Οι φοβερές σημαίες ξεδιπλωθείτε στον αγέρα»

Χαράματα γράφτηκε το ποίημα αυτό μια νύχτα μεγάλης αγωνίας και θλίψης, που ένιωσε το χρέος να εξυμνήσει τον ποιητή και την πολύπαθη σκλαβωμένη Ελλάδα.

                    « Σ΄αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα

                       Τι πάνωθέ μας όπου άρρητος παλμός

                       της αιωνιότητας αστράφτει αυτήν την ώρα

                      Ορφέας, Ηαράκλειτος, Αισχύλος, /Σολωμός

                      την άγρια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα.

 Ο Σικελιανός συνέθεσε στη Σαλαμίνα μερικά από τα πιο συμβολικά έργα του, όπως την τραγωδία «Ο Χριστός στην Ρώμη», με σύμβολο τον Ιησού ως απόλυτα ελεύθερο και την τυρρανική Ρώμη του Νέρωνα, σύμβολο της σκλαβιάς. Ο ποιητής μετατρέπεται σε σύμβολο της ρωμαλαίας, αγωνιστικής ποίησης.

Ο κυρ-Γιάννης Κριέλας, τον οδήγησε στον Τύμβο των Σαλαμινομάχων, σύμβολο της ελευθερίας, όπου απήγγειλε στίχους. Οι ντόπιοι Αμπελακιώτες θυμούνται την επιβλητική φυσιογνωμία να περνά μέσα πό το χωριό και βροντοφωνάζουν: «Ήρθε ο ποιητής, ήρθε ο ποιητής».

 Η μεταφυσική της ποίησής του, η αναζήτηση των Υψηλών Ιδεών του Θεού, του Ενός και Απόλυτου Θεού, στον οποίο, μύστες ήταν οι σοφοί της αρχαιοτητας, Απόλλωνας, Ορφέας, Διόνυσος, Πλάτωνας παράλληλα με την Παναγία, την Περσεφόνη, τη Δήμητρα, συνέθεσε την ιδιότυπη θρησκευτικότητα, την αρχαιολατρεία με την αναζήτηση της θέωσης και του πατριωτικού ιδεώδους. Το έργο του Σικελιανού στην ύστερη φάση της ποιητικής του δημιουργίας, σχεδόν, στρατεύεται για να υπερασπίσει το δίκαιο και να διατηρήσει το Φως του Πνεύματος άσβηστο. Οι τραγωδίες «Σίβυλλα» και «Δαίδαλος», που έγραψε στα χρόνια του γερμανικού φασισμού, ήταν σύμβολα εθνεγερσίας. Στα χρόνια 1940 – 1949 γράφει τα έργα «Επίνικοι Β΄»:

                     «Η Αντίσταση»

                «Η Ελλάδα σέρνει το χορό ψηλά με τους αντάρτες

                  χιλιάδες δίπλες ο χορός, χιλιάδες τα τραπέζια

                  κι είναι οι νεκροί στα ξάγναντα, πρωτοπανηγυριώτες».

Η συμπαντική δύναμη είναι η αρμονία. Περιβαλλόμαστε από συμπαντική αρμονία που μας οδηγεί στη θέωση. Για τον ποιητή, ως μύστη στη θέωση, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η έκφραση του πατριωτισμού. Αυτές τις ιδέες μοιραζόταν με τον γιατρό, φίλο του κύριο Μιχαλάκη, Μαρία Σαλτάρη, με τον Μήτσο Σταμπάμπα, με τους προγονικούς θείους μου, Θεόδωρο Κορρό - ζωγράφο, και Αθανάσιο Κορρό - γιατρό. Με τους δύο τελευταίοιυς, συζητούσαν στα γαλλικά, περί τέχνης και ζωγραφικής και για τον ζωγράφο, Πολυχρόνη Λεμπέση.

 Ο Σεφέρης θα αναφερθεί στον Σικελιανό λέγοντας ότι, στο έργο του υπάρχει ένας ιερός, ελληνικός ενανθρωπισμός. Το «Πνευματικό Εμβατήριο» (1945), είναι το κατεξοχήν αντιστασιακό ποίημα, μελοποιημένο από τον Μίκη Θεοδωράκη, το 1969, όντας εξόριστος από τη χούντα στη Ζατούνα της Αρκαδίας.

«Ομπρός·βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω απ' την Ελλάδα· -ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο»

      Έλλη Κορρού – Λεμπέση

Δασκάλα, Φιλόλογος, ΜΑ

Υποψήφια Διδάκτωρ ΕΚΠΑ

 Βιβλιογραφία

1. Αράγης Γιώργος, Η μεταβατική περίοδος της ελληνικής ποίησης. Η σταδιακή εξέλιξη από την ίδρυση του νεοεληνικού κράτους έως το 1930. Εκδ. Σοκόλη , Αθήνα 2006.

2. Βελτανισιάν Παναγιώτης, «Ίδιος Ολύμπιος Θεός», στο Βάκιλος, τεύχος α΄, Ιούλιος 2008.

3. Ο εθνεγερτικός Άγγελος Σικελιανός, Έπος του ’40 και Εθνική Αντίσταση, στο Εκπαιδευτήρια ¨Γείτονα και Κωστέα - Γείτονα

4. Κούκουνα Δημοσθένη, Δαμασκηνός και Σικελιανός στη Σαλαμίνα, Αρχαϊκοί Διθύραμβοι και Βυζαντινές Ψαλμωδίες, ο ποιητής και ο Δεσπότης, στο Έρευνα, Ιούλιος – Αύγουστος 2001, αρ. Φύλλου 19-20.

5. Περιοδικό «Ρυθμοί της Σαλαμίνας», Αφιέρωμα: Άγγελος Σικελιανός, τεύχος 7, Σεπτέμβρης – Νοέμβρης 2001.

6. Περιοδικό «Σημείο», Κούσουλας Λουκάς, Άγγελος Σικελιανός, 99-111, έκδοση κριτικής και λογοτεχνίας, 5, εκδ. Ρότα, Λευκωσία1998Στεφάνου Λύντια, Κριτικές Μελέτες και Σημειώματα «Άγγελος Σικελιανός», εκδ. Σοκόλη, Αθήνα 2019.

7. Στεφάνου Λύντια, Κριτικές Μελέτες και Σημειώματα, Άγγελος Σικελιανός, εκδ. Σοκόλη, Αθληνα 2019. 

*η Έλλη Κορρού είναι MA, Φιλόλογος, Δασκάλα και Υποψήφια Διδάκτωρ Παντείου Πανεπιστημίου