Πρώτη φορά μου ζήτησαν να παραδώσω βιογραφικό το 1987 των αδικοσκοτωμένων δικών μου, πατέρα, μάνας, αδελφού και δικό μου, για να μου απονείμει η Πολιτεία μετάλλια και βραβεία για την προσφορά μας στην Εθνική Αντίσταση 1940-44.
Σε μικρή ηλικία με επέλεξαν να κατέβω «φασκιωμένος» με σαμαροτριχιά σε κάρκαρο (φυσική λακκούβα του βουνού) του Παρνασσού, για να βρω χιόνι για άρρωστο χωριανό μου. Άκουσα την καμάνα του χωριού μου για την επιστράτευση στην Αλβανία και γεύτηκα τον πόνο των τριών παλικαριών, μεταξύ αυτών και του μικρότερου αδελφού του πατέρα μου, που σκοτώθηκαν εκεί.
Γνώρισα τους πρώτους Ιταλούς που ήρθαν για πλιάτσικο στο χωριό μας. Αισθάνθηκα την πείνα του 1941-2 με βελανίσιο ψωμί, βολβούς, χόρτα και σαλιγκάρια. Ένα χειμώνα αντίκρισα μια κάνη όπλου που σημάδευε ένα πουλί πιασμένο στο αγκίστρι, όταν φάνηκε το δικό μου το κεφάλι. Μάζεψα και εγώ ό,τι απόμεινε από το πτώμα του αεροπόρου που έπεσε με το αεροπλάνο. Του δεύτερου αεροπόρου που κρεμάστηκε σε ένα έλατο τραυματίας, κάρφωσα τις τελευταίες πρόκες στο φέρετρό του, γιατί φώναξαν τον πατέρα μου να πάρει μέρος σε μάχη.
Την άλλη μέρα έζησα το ολοκαύτωμα του χωριού μου με τα περισσότερα σπίτια καμένα και τους 49 σκοτωμένους και καμένους, από ενός έτους παιδάκι μιας ολόκληρης οικογένειας, μέχρι ανήμπορα γεροντάκια. Με την πείνα που έπεσε, γέμισε ο Παρνασσός με φονιάδες και κατσικοκλέφτες. Ένας από αυτούς, σε γάμο μιας ξαδέλφης μου, με μαχαίρωσε στο μηρό, γιατί δεν έφευγα από το περβάζι μιας πόρτας.
Την άνοιξη του 1944 σκότωσαν τη μάνα μου οι Γερμανοί και την άκουσαν δυο χωριανές μας, που δε μπορούσαν να τη βοηθήσουν για να μην τις σκοτώσουν κι αυτές, να φωνάζει: «Παιδάκια μου, αντρούλη μου, με φάγανε!». Το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου πότιζα το χωράφι μας, μακριά από το χωριό. Με συνέλαβαν, δραπέτευσα, βρέθηκα ανάμεσα σε μάχη ανταρτών και Γερμανών, χωρίς να ξέρω ότι έχουν συλλάβει τον πατέρα μου και τη μητριά μου, που τη βρήκαν το πρωί τραυματισμένη και λιπόθυμη.
Το 1946 στην εξορία πατέρας κι αδελφός, στην Ικαρία. Τον ίδιο χρόνο είχε γεννηθεί μια αδελφούλα και πήγα στην Αράχωβα καταχείμωνο, για λίγο λάδι και ελιές, και βρέθηκα κρατούμενος και ξυλοδαρμένος. Όταν με άφησαν κινδύνεψα σε μια χιονοθύελλα. Με την επιστροφή του πατέρα και του αδελφού μου το 1947, τους ακολούθησα από κρυψώνα σε κρυψώνα. Ακολούθησε η επιστράτευση στο Δ.Σ.Ε.
Σε μια μάχη στον Ελικώνα βρέθηκα πρώτος με ένα οπλοπολυβόλο, που δεν ήξερα τον χειρισμό του. Η μάχη άρχισε με σφαίρες, που γυάλιζαν σαν ακρίδες δίπλα μου. Όταν τελείωσε η μάχη, αντίκρισα ένα παλικαράκι που με ικέτεψε: «Μη με σκοτώνετε εμένα». Πήρα το οπλοπολυβόλο και έφυγα.
Δε μπορώ, θα πω κάτι εδώ, κάτι που έχω ξαναγράψει και θα κατακρίνω αυτούς που καυχιόνται ότι σκότωσαν. «Όταν τελειώνει οποιοσδήποτε πόλεμος, μην ψάχνουμε για ήρωες, να ψάχνουμε για ανθρωπιά μέσα μας, που αυτήν την ανθρωπιά την πρόσφερα απλόχερα σε αυτό το παλικάρι, κι αν ζει το μόνο που θα θυμάται στη ζωή, θα είναι αυτή η στιγμή!».
Με την αυτοδιάλυση βρέθηκα με τη διμοιρία μου στην περιοχή του Καλλιδρόμου, όπου με έστειλε ο διμοιρίτης μου και στην επιστροφή μου δε βρήκα κανέναν. Απέναντι το χωριό μου, καταδιωκόμενος ο πατέρας μου. Κατάκοπος, κάπου στον κάμπο κοιμήθηκα. Κι όταν αντιλήφθηκα το ποδοβολητό και πήγα να κρυφτώ σε ένα παλιό χάλασμα καμένο, μια κάνη τουφεκιού βρέθηκε στο πρόσωπό μου. Ήταν χωριανοί μου και με γνώρισαν.
Την άλλη μέρα σε ένα πρόχειρο κρατητήριο, κάποιος μανιακός με στρατιωτικά. Δεν έδωσα καμιά απάντηση στις ερωτήσεις του κι άρχισε τις γροθιές στη μύτη και στο πρόσωπό μου. Μετά με σημάδευε με μια κάνη πιστολιού και πυροβόλησε. Η σφαίρα πέρασε ξυστά από τον κρόταφό μου.
Η μεταγωγή μου σε θάλαμο του στρατοπέδου στη Λαμία. Εκεί με περίμενε μια απρόσμενη έκπληξη, όταν αντίκρισα κάποιον με ένα πόδι και δεκανίκι. Τον ρώτησα: «Είσαι ο τάδε;». «Ναι.», μου λέει. «Εσύ;». Του απαντώ: «Εγώ είμαι από την Αγόριανη, που κρατούσα το σκουληκιασμένο πόδι σου, να κάνει την επέμβαση ο γιατρός Λάιος.». Ακολούθησε μια αξέχαστη για τη ζωή μου αγκαλιά.
Σε λίγες μέρες στο θάλαμο θανατοποινιτών. Δυο φορές σε θάνατο, με ψήφους 3 κατά 2. Δεν ήταν άμεση η εκτέλεσή μου και με κατέβασαν στις φυλακές. Ακολούθησε η μεταγωγή μας. Όλα τα ρουμελιωτάκια στην Αίγινα και μετά μόνιμα για 2.5 χρόνια στην Κέρκυρα. Με την κατάργηση, ακολούθησε η μεταγωγή μας στην Αλικαρνασσό της Κρήτης. Εκεί έκλεισα πέντε χρόνια θανατοποινίτης, κατέβηκα στα ισόβια και αποφυλακίστηκα στις 6 Αυγούστου 1963.
Επέστρεψα στο χωριό γεμάτος θλίψη. Καμένο για δεύτερη φορά το καλύβι μας. Τα λίγα κτήματα, πουλημένα με συμβόλαια. Κατέβηκα στην Αθήνα. Στα Λιόσια μού πρόσφεραν ένα δωμάτιο μα, όταν είδα ότι το παράθυρο είχε χοντρά σίδερα, δεν δέχτηκα να μείνω. Σε λίγο καιρό, με περιπλάνηση εδώ κι εκεί σε σπίτια συγκρατουμένων μου, φύλακας στα γραφεία της Ε.Δ.Α.
Μια ειδοποίηση να παρουσιαστώ στο Ναύπλιο για φαντάρος. Ειδικότητα, πυροβολητής. Από εκεί στο Κ.Ε.Π. Θήβας, στο παράρτημα Λιβαδειάς. Οι αναφορές, απανωτές. Γιατί δεν περπάταγα με γυμνά πόδια στα χοντρά χαλίκια και δεν τραγουδούσα «Τι ζητούν οι Βούλγαροι στη Μακεδονία».
Μετάθεση στα Γιαννιτσά. Πρόκληση των Τούρκων στον Έβρο. Άντε τώρα να πω λεπτομέρειες. Πως ο λοχαγός του Α2 είχε αναθέσει σε έναν συνάδελφο να με παρακολουθεί και να δίνει λεπτομέρειες. Δεν άντεξε και μου το αποκάλυψε. Σε γενική αναφορά αποκάλεσα τον λοχαγό «ανθρωπάκι» και η τιμωρία μου ήταν την άλλη μέρα να με στείλουν από το «μέτωπο» στα μετόπισθεν, στην Κοζάνη.
Παραμονή Χριστουγέννων απολύθηκα. Η μεταφορά μου στην Αθήνα έγινε διαδοχικά με δέκα οχήματα, ακόμα και με ένα τρακτέρ. Σε λίγες μέρες έρχεται μια ειδοποίηση από το Αστυνομικό Τμήμα της Κουμουνδούρου, να πάω αυτοπροσώπως με το απολυτήριό μου από εκεί. Μου το πήραν από τα χέρια και «διόρθωσαν» το Λ στο «Καλή Διαγωγή» και το έκαναν, με στυλό, Κ, βάζοντας μια σφραγίδα που έγραφε «6ο Αστυνομικό Τμήμα Αθηνών». Σκέφτηκα, τώρα και με το «νόμο» θα βρω εύκολα δουλειά!
Κάποιος παλιός συγκρατούμενος μού έδωσε μια μικρή φωτογραφική μηχανή και στις εκδρομές έβγαζα φωτογραφίες όποιον μου το ζητούσε. Στα κέντρα στην Αθήνα τον Μίμη Ανδριανό, τον Κ οκοντίνη και τον Ανατσελόπουλο με τη γυναίκα του, που με έφεραν στη Σαλαμίνα.
Πρωτοφωτογράφισα σε αρραβώνα στο κέντρο του «Βασιλιά», με την ορχήστρα του Γιώργου Παπασίδερη. Τον Απρίλιο μήνα απέτρεψα ένα αποτρόπαιο έγκλημα καταμπροστά στην ορχήστρα του Παπασίδερη. Έγινε δικτατορία και είναι μισοθαμμένο από τότε, γιατί πήγα «φιλοξενούμενος» μια τρίχρονη βόλτα: Ασφάλεια, Γιούρα, Λακί Λέρου και Ωρωπό.
Απολύθηκα με άλλους το 1970, παραμονές Πάσχα. Νοίκιασα ένα δωμάτιο στον Περισσό. Έκανα πρόταση γάμου στη σπιτονοικοκυρά μου. Έδωσαν συγκατάθεση σε δεκαπέντε μέρες. Τώρα με την Αλεξάνδρα έχουμε δυο κόρες και πέντε εγγονάκια, είμαστε πενήντα χρόνια μαζί.
Το 1973, με γεννημένα και τα δυο μου κοριτσάκια, βρέθηκα με αίτησή μου εργαζόμενος, πρόσκαιρος υπάλληλος, στο Υπουργείο Εργασίας. Στα δυόμισι χρόνια μού δώσανε κάτι χαρτιά να συμπληρώσω, να γράψω πού ήμουνα τα προηγούμενα χρόνια και δυο μάρτυρες να πιστοποιούν τα λεγόμενά μου. Το ίδιο πρωί δήλωσα ότι παραιτούμαι και δεν ξέρουν ακόμα γιατί. Έτσι με κατέκτησε οριστικά η Σαλαμίνα.
Υ.Γ. Στο βιογραφικό μου αιωρείται μια λέξη: ΘΑΝΑΤΟΠΟΙΝΙΤΗΣ. Μια «στάμπα» σε ένα 18χρονο, τότε, παιδί, και το χειρότερο, μια ερώτηση: «Πόσους σκότωσες;», από επίσημο πρόσωπο. Ενοχλήθηκα…!
Αν πάει κανείς στο χωριό μου και ρωτήσει «Ποιοι και πόσοι μάρτυρες κατηγορίας ήταν στη δίκη του Θόδωρου;», θα σας πουν «Δεν ξέρουμε». Είχα έξι και ήρθε μόνο ένας. Όλοι τους δεν έζησαν πάνω από 60-65 χρόνια. Τον βρήκα όταν βγήκα από τη φυλακή και τον ρώτησα: «Γιατί σκοτώσατε πέντε χωριανούς, μαζί και τον πατέρα μου; Ήταν τόσο επικίνδυνοι που κρατούσαν δυο κυνηγετικά όπλα, για να σκοτώνουν λαγούς και να επιζήσουν σαν καταδιωκόμενοι;»
Πάντως, έχω την ψυχική αντοχή να μην ξέρουν ακόμα ούτε τα παιδιά τους, ούτε τα εγγόνια και τα δισέγγονά τους, ότι ήταν μάρτυρες κατηγορίας στη δίκη μου οι δικοί τους άνθρωποι.
Θόδωρος Βελέντζας
