Αίας ο Λοκρός, ο Τελαμώνιος, ο Υδροβόλος...


Tου Παντελή Μπουκάλα - Καθημερινή

Δηλαδή τι; Πώς αλλιώς θα ονόμαζαν το υδροβόλο, το ένα από τα τέσσερα με τα οποία εξοπλίστηκε η αστυνομία στην αγωνιώδη προσπάθειά της να εμβαθύνει τις σχέσεις της με τους πολίτες που διαμαρτύρονται αδιάκοπα επειδή αδιάκοπα πέφτουν πρόσθετα βάρη στους ήδη τσακισμένους ώμους τους; Μήτσο; Κωστίκα; Μεμά; Σηφαλιό; Λάκη; Παναγή; Οχι, βέβαια. Χρειαζόταν κάτι επιβλητικότερο, πιθανόν και τρομακτικότερο. Και σίγουρα κάτι αρχαιοπρεπέστερο. Γιατί έχουμε μια βαριά κληρονομιά και δεν πρέπει να την αφήνουμε να λιμνάζει. Ισα ίσα πρέπει να την υπενθυμίζουμε με κάθε ευκαιρία. Πώς, δηλαδή, οι Αμερικανοί βάφτισαν «Τζερόνιμο» την επιχείρηση κατά του Οσάμα μπιν Λάντεν για να δείξουν και αναδρομικά τον βαθύ σεβασμό τους για τους Ινδιάνους;
Κάπως έτσι προέκυψε το όνομα «Αίας» του υδροβόλου που πρωτοέδρασε στα υψίπεδα της Κερατέας. Ποιος ο νονός, δεν γνωστοποιήθηκε· πρυτάνευσε η σεμνότης.
Σίγουρα, πάντως, του χρωστάμε συγχαρητήρια για την ευρυμάθειά του και την ευγνωμοσύνη μας που επανέφερε στο προσκήνιο ένα διπλό ήρωα. Και λέω διπλό γιατί,  ως γνωστόν, οι Αίαντες ήταν δύο, και σφράγισαν, ο καθείς με τον τρόπο του, τον Τρωικό Πόλεμο. Ο ένας, ο Λοκρός, μικρόσωμος και ταχύς, συμμετείχε σε όλες τις σπουδαίες μάχες που ιστορεί η «Ιλιάδα». Από την αλαζονεία, όμως, και την ασέβειά του όρμησε να αποσπάσει βίαια την Κασσάνδρα από το άγαλμα της Αθηνάς· η κακότυχη κόρη το είχε αγκαλιάσει, ελπίζοντας ότι θα της προσφέρει άσυλο, πλην ο έξαλλος πορθητής δεν δίστασε να προσβάλει τη θεά, που τον έγραψε έτσι στα κατάστιχα της εκδίκησής της: Ο Αίας ο του Οϊλέως δεν γύρισε ποτέ στην πατρίδα του. Πνίγηκε κάπου έξω από την άσημη τότε Μύκονο, θύμα της θαλασσοταραχής που έστειλαν καταπάνω του η Αθηνά και ο θεϊκός θείος της, ο Ποσειδώνας.
Ούτε κι ο άλλος Αίας, όμως, ο Τελαμώνιος, αξιώθηκε τον νόστο που προσδοκούσε. Την πατρίδα του τη Σαλαμίνα δεν την ξαναείδε. Μεγαλόσωμος αυτός, ήταν ο πιο ρωμαλέος ανάμεσα στους ήρωες, ένας άτρωτος· αλλά ακριβώς όπως ο Αχιλλέας, ένα σημείο του σώματός του αποτελούσε πύλη του θανάτου. Του Αχιλλέα, η φτέρνα. Του Αίαντα η δεξιά μασχάλη - όπου και έμπηξε το ξίφος του αυτοκτονώντας, όταν συνήλθε από την τρέλα στην οποία τον είχε βυθίσει η αδικία των Αχαιών, οι οποίοι είχαν επιλέξει τον Οδυσσέα για να τον τιμήσουν προσφέροντάς του τα φημισμένα όπλα του Αχιλλέα. Και αυτός, όπως και ο συνώνυμός του, προκάλεσε την εχθρότητα της Αθηνάς, σύμφωνα με εξωομηρικές αφηγήσεις, όταν αποφάσισε ότι μόνος του πολεμάει και μόνος του νικάει, άρα τίποτα δεν τον υποχρέωνε να έχει ζωγραφισμένη στην ασπίδα του την Αθηνά. Κι έσβησε την εικόνα της, παράφορα ανθρώπινος.
Ωστε, λοιπόν, συνάγεται ότι ο υδροβολοβαπτιστής μας θέλησε να πετύχει μ’ ένα σμπάρο δύο Αίαντες. Να αποδώσει, δηλαδή, γνωρίσματα και των δύο ηρώων στο νέο φιλάνθρωπο όπλο, ισραηλινής κοπής (στο Ισραήλ χρησιμοποιείται κατά των Παλαιστινίων πλην όμως αυστηρώς σε επιστημονικά πειράματα, προς διακρίβωση των ορίων αντοχής του ανθρωπίνου σώματος στα υδροπλήγματα εν συναρτήσει με την ταχύτητα εκτοξεύσεως και τη διάμετρο του υγρού βλήματος). Αφενός την ευελιξία, την ταχύτητα αλλά και την τραχύτητα του Αίαντα του Λοκρού, αφετέρου την ογκώδη επιβλητικότητα του Αίαντα του Τελαμώνιου, που με την καταιγιστική του ορμητικότητα κατατρόμαζε τους εχθρούς. Αλλά και της ασέβειας τα γνωρίσματα διαθέτει το όπλο. Μόνο που πρόκειται για ασέβεια απέναντι στον κατά τα λοιπά προσκυνηματικά τιμώμενο λαό-θεό και όχι απέναντι σε μακρινές, σκιώδεις θεότητες. Και της κάποιας παραφροσύνης επίσης τα χαρακτηριστικά έχει το αποτροπαϊκό όχημα. Διότι τι άλλο από προβληματικό έλεγχο των φρενών θα μπορούσε να οδηγήσει μια κυβέρνηση (στην οποία μάλιστα έχει το μερίδιό της και η Κεντροαριστερά του ΠΑΣΟΚ και η Αριστερά, και μάλιστα η ανανεωτική) στη χρήση κατά των διαδηλωτών ημιτεθωρακισμένων τροχοφόρων που, έτσι βίαια όπως εξαπολύουν το νερό, αποδεικνύονται πιο βλαπτικά για τη δημόσια υγεία κι από τα δακρυγόνα (στην ανάγκη, άλλωστε, εξαπολύουν ύδωρ μετά δακρυγόνου,  μάλλον όμως δεν είναι αυτό το «άλλο μείγμα» που υποσχέθηκε τω καιρώ εκείνω ο κ. Σαμαράς).
Ως προς την καταστροφική ισχύ του νέου όπλου δεν αφήνουν περιθώριο αμφιβολίας οι γιατροί, τα πορίσματά τους, όμως, δεν φαίνονται ικανά να πείσουν κανέναν αρμόδιο, όπως δεν έπεισαν κανέναν τόσα χρόνια τα επίσης αποκαλυπτικά πορίσματα των χημικών για τα δακρυγόνα. Εισάγονται ως εκ τούτου και τα υδροβόλα, οι νέου τύπου αύρες, στο οπλοστάσιο της δυσανεκτικής δημοκρατίας μας, μαζί με τις διαβόητες πια μαζικές προληπτικές συλλήψεις, καθώς και τη μιντιακή διαπόμπευση ανθρώπων (προτιμητέοι οι νεαρής ηλικίας) που ουδέν το κακό έχουν πράξει, κι ωστόσο τα προσωπικά τους δεδομένα γίνονται κοινό κτήμα, μήπως βρεθεί κάποιος (έστω ψευδομάρτυρας) που να τους αναγνωρίσει ως «εγκληματίες».
Μετά τον Καλλικράτη και τον Ξενοκράτη, λοιπόν, μετά τον Τειρεσία και την Αριάδνη, μετά τον Ξένιο (Δέν) δια και την Ιώνη, ιδού και ο Αίας. Την εμμονή της αρχαιοπρεπούς ονοματοδοσίας την έχουμε χρόνια τώρα. Οσο κρατάει η ξιπασιά και η πτωχαλαζονεία μας. Εχουμε την τάση να πιστεύουμε ότι με τα ηχηρά ονόματα ξορκίζουμε τη βαναυσότητα των πραγμάτων, τα γυαλίζουμε, όπως οι γανωτήδες τα κατσαρολικά μας σε άλλους καιρούς. Με τον «Καποδίστρια», άλλωστε, άλλαξαν όνομα, αποκτώντας κάποιο «ελληνόηχο», όσες περιοχές είχαν μείνει απείραχτες στα χρόνια της χούντας, που είχε κι αυτή την αρχαιολαγνεία της, με πιο κραυαγαλέο το κιτς της και πιο προκλητική την αγραμματοσύνη της.
Ενα παράδειγμα αρχαιοφιλικής ονοματοδοτικής οίησης από τον χώρο του ευτράπελου: Οσοι ατυχώς συχνάζουν σε νοσοκομεία θα έχουν προσέξει ίσως κάτι μαύρα πλαστικομεταλλικά κουτιά, στη γωνία του τοίχου με το πάτωμα. Ευτελή είναι. Αλλά να που με δύο μόνο λέξεις το όνομά τους αίρεται στο ύψος του κύρους. «Δολωματικός σταθμός» γράφει η πινακίδα τους. Θα πρέπει να ρωτήσεις κάποιον ειδήμονα για να μάθεις ότι δεν πρόκειται για αντιμικροβιακή πατέντα αλλά για ταπεινή ποντικοπαγίδα. Ο «δολωματικός σταθμός» είναι καλύτερος κι από το «Μην παρκάρετε! Αύριο θα γίνει υδροσάρωση!» που είχε γραφτεί κάποτε σε πρόχειρα χαρτάκια τοιχοκολλημένα στις κολόνες μεγάλου δρόμου, και όπου για τους μη κατανοούντες είχε προστεθεί σε εξηγητική παρένθεση το άδοξο «πλύσιμο δρόμων». Ο «δολωματικός σταθμός»,  όμως, μένει υπερήφανα ανερμήνευτος. Και είναι σαφές ποιο το δόλωμα εδώ και ποιοι το έχουν ήδη καταπιεί.