ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΗΡΩΙΚΗΣ ΘΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΥΠΟΒΡΥΧΙΟΥ 1 «Λ. ΚΑΤΣΩΝΗΣ» ΣΤΙΣ 14/9/1943 (ΟΙ ΣΑΛΑΜΙΝΙΟΙ ΤΟΥ ΠΛΗΡΩΜΑΤΟΣ)



Τα ανδραγαθήματα, εν καιρώ πολέμου, συμβαίνουν  χωρίς να προφταίνει κανείς να λογαριάσει το μέγεθος του ηρωισμού και  της τραγικότητάς τους.  Μόνο όταν  έρθει η ειρήνη και κοπάσει η καθημερινή αγωνία της επιβίωσης, τότε αναλαμβάνουν τα αμείλικτα φίλτρα του χρόνου, να δώσουν την πραγματική διάσταση των γεγονότων, στη συνείδηση του λαού και την Ιστορία.

          Ο χαμός του Υ/Β ΚΑΤΣΩΝΗΣ υπήρξε αντάξιος της μεγαλειώδους πολεμικής πορείας του. Καθώς έγερνε κι άρχισε να βυθίζεται με την πρύμνη, ανήμερα της Ύψωσης του Τίμιου Σταυρού, στις 14 Σεπτεμβρίου 1943, στα μεταλλικά σπλάχνα του, αυτοί που του έδιναν ζωή και δύναμη, είχαν σκορπίσει.  Τριάντα δύο μέλη του πληρώματος είχαν πέσει στη μάχη (ναυμαχία το σωστότερο, αφού για πρώτη φορά στα ναυτικά χρονικά, υποβρύχιο εν επιφανεία ναυμάχησε με κορβέτα). Ανάμεσά τους, μπροστάρης πάντα στον κίνδυνο, ο γενναίος κυβερνήτης, πλοίαρχος Βασίλης Λάσκος. Δεκαεπτά άτομα αιχμαλωτίστηκαν από τους Γερμανούς κι οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μάρλαγκ, που βρισκόταν μεταξύ Αμβούργου και Βρέμης. Μόνο τρεις κατάφεραν να διαφύγουν, κολυμπώντας εννιά ώρες ως τις κοντινότερες ακτές. Στη Σκιάθο έφτασαν μετά από υπεράνθρωπη ολονύκτια προσπάθεια ο ύπαρχος του Υ/Β ΚΑΤΣΩΝΗΣ Ηλίας Τσουκαλάς με τον Τάσο Τσίγκρο και στο Πήλιο ο Αντώνης Αντωνίου.

Σήμερα, εβδομήντα οκτώ χρόνια μετά, θα αναφερθούμε  στη άνιση μάχη του υποβρυχίου «Λ.Κατσώνης» εκείνη την συγκλονιστική βραδιά.  Να σημειωθεί ότι στις 29 Ιανουαρίου 2018, το ωκεανογραφικό πλοίο «ΝΑΥΤΙΛΟΣ», της Υδρογραφικής Υπηρεσίας του Πολεμικού Ναυτικού, εντόπισε το ναυάγιο με τη χρήση ηχοβολιστικών πολλαπλής δέσμης και πλευρικής σάρωσης, 6 ναυτικά μίλια βορειοδυτικά της Σκιάθου σε βάθος 253 μέτρων.

 

                                                    *** 

Η ιστορία του Υ/Β ΚΑΤΣΩΝΗΣ ξεκινά στο Μπορντώ της Γαλλίας, όπου ναυπηγήθηκε μεταξύ 1925-1927. Στην υπηρεσία του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού τέθηκε στις 8 Ιουνίου 1928. Με το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου είχε υπερβεί κατά πολύ το όριο της επιχειρησιακής του δράσης. Μετά την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα, ολόκληρη η ναυτική δύναμη των Ελλήνων κατέφυγε στη Μέση Ανατολή,  για να συνεχίσει από εκεί τον πόλεμο, κάτω από τις διαταγές του Βρετανικού Ναυαρχείου. Το Υ/Β ΚΑΤΣΩΝΗΣ κατέπλευσε ρυμουλκούμενο στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και στη συνέχεια μπήκε αμέσως για επισκευή στο Πόρτ-Σουδάν, επειδή τα προβλήματά του ήταν πολλαπλά και το καθιστούσαν μη αξιόμαχο.


Τότε έφτασε στη Μέση Ανατολή ο αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, Βασίλης Λάσκος, ο οποίος γεννήθηκε στην Μάντρα το 1899, αλλά μεγάλωσε στην Ελευσίνα, όπου και εγκαταστάθηκε μόνιμα η οικογένειά του. Ήταν γιος του έμπορου και κτηματία Επαμεινώνδα Λάσκου και της Μαριγώς, το γένος Κανάκη. Ο Βασίλης Λάσκος αποφοίτησε από τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων το 1919 κι έκτοτε η  καριέρα του στο Πολεμικό Ναυτικό υπήρξε λαμπρή.  Η ανοδική πορεία του στο Πολεμικό Ναυτικό συνεχίστηκε με πτυχίο από την  Σχολή Ασύρματης Τηλεγραφίας και πτυχίο Εξειδίκευσης Τορπιλών και Κυβερνήτη Υποβρυχίου. Την περίοδο 1933-1935 διετέλεσε Κυβερνήτης του Υ/Β ΓΛΑΥΚΟΣ όταν η καριέρα του διακόπηκε κι αναγκάστηκε να εκπατριστεί, επειδή έλαβε μέρος στο Κίνημα της 1ης Μαρτίου του 1935. Αργότερα έτυχε αμνηστίας και αποστρατεύτηκε με το βαθμό του Αντιπλοιάρχου.

Το πλήρωμα του Υ/Β Κατσώνης

 
Στις 5 Σεπτεμβρίου 1943, μετά από επιτυχημένη επιχειρησιακή δραστηριότητα κατά του εχθρού με κυβερνήτη τον πλοίαρχο Λάσκο,  ο «Κατσώνης» ξεκίνησε για νέα εικοσαήμερη περιπολία στο βορειοδυτικό Αιγαίο, η οποία έμελλε να είναι και η τελευταία του. Οι Σαλαμίνιοι Βασίλης Ράντος, Νικόλαος Παναγιώτιζας, Προκόπης Μαγιάτης, Δημήτριος Μαραλέτος, Σπύρος Γκίνης και  Μιχάλης Γκιόκας  έλαβαν μέρος σε αυτήν.

Αμέσως μόλις το υποβρύχιο «Κατσώνης» αναχώρησε από την Βηρυτό παρουσιάστηκαν οι πρώτες σοβαρές βλάβες στο ηλεκτροστάσιο του. Όμως τα νέα της 8ης Σεπτεμβρίου γέμισαν τις καρδιές του πληρώματος με  χαρά. Η Ιταλία είχε υπογράψει ανακωχή!

Στις 12 Σεπτεμβρίου συνάντησαν δύο καΐκια ανοικτά της Σκύρου. Το ένα ήταν σκυριανό και το άλλο κουλουριώτικο. Μόλις το άκουσε ο Λάσκος φώναξε κοντά του τον καπετάνιο από την Κούλουρη, με τον οποίο έπιασε κουβέντα στα αρβανίτικα και πληροφορήθηκε ότι ένα μεγάλο μεταγωγικό, το «Σίνφρα» (SIΝFRA), γεμάτο Γερμανούς στρατιώτες θα αναχωρούσε από την Θεσσαλονίκη για Πειραιά. Ο Λάσκος άφησε τα δύο καΐκια να φύγουν κι εκείνοι του χάρισαν τρόφιμα για το πλήρωμα. Την πληροφορία αυτή επιβεβαίωσε κι ένα ικαριώτικο καΐκι που συνάντησαν ανήμερα του Σταυρού, αργά το απόγευμα. Λίγο πριν τις οκτώ το βράδυ διέκριναν καπνό στον ορίζοντα κι ήταν πλέον βέβαιοι ότι επρόκειτο για το Σίνφρα.

Ο Κυβερνήτης Βασίλης Λάσκος

Ο Λάσκος διέταξε το πλήρωμα να ετοιμαστεί για επίθεση, όμως όταν πλησίασαν,  το εχθρικό πλοίο εξέπεμψε σήμα αναγνώρισης και  μόνον τότε κατάλαβαν ότι ήταν πολεμικό και τους είχε αντιληφθεί. Επρόκειτο για γερμανική ανθυποβρυχιακή κορβέτα, που, αφού εντόπισε την θέση τους με ηχοεντοπιστική συσκευή, άρχισε να τους χτυπά με βόμβες βυθού αναγκάζοντάς τους να αναδυθούν. Οι ζημιές στο υποβρύχιο ήταν μεγάλες και κάθε άλλος κυβερνήτης τη στιγμή εκείνη, θα έκανε υποστολή σημαίας και θα παραδινόταν. Μα η έννοια της παράδοσης ήταν άγνωστη για το πλήρωμα του «Κατσώνη». Οι εχθροί δέχτηκαν ξαφνιασμένοι τις θανατηφόρες ριπές του ελληνικού κανονιού και των πυροβόλων κι άρχισαν κι εκείνοι να χτυπούν. Πρώτος έπεσε ο  Ελευσίνιος κελευστής-πυροβολητής Λεωνίδας Στάμου, στη συνέχεια ο έφεδρος σημαιοφόρος Παύλος Λαμπρινούδης, εγγονός του ναύαρχου Κουντουριώτη, από το πρυμναίο πολυβόλο. Αυτούς που χάνονταν τους αντικαθιστούσαν αμέσως οι επόμενοι.

Από τους πρώτους που βγήκαν στο κατάστρωμα μαζί με τον κυβερνήτη κι έλαβαν θέση στα πυροβόλα και στο κανόνι ήταν οι Σαλαμίνιοι  Σπύρος Γκίνης και ο Μιχάλης Γκιόκας. Οι Γερμανοί απαντούσαν με δύο πυροβόλα κι όλα τα πολυβόλα που διέθεταν. Μέσα στην αναταραχή ένα εχθρικό βλήμα έκοψε το πόδι του Μιχάλη Γκιόκα και τον έριξε αιμόφυρτο στη θάλασσα. Αμέσως τη θέση του έλαβε  ο κυβερνήτης, που άρχισε να γεμίζει ο ίδιος το κανόνι. Όμως ο Λάσκος ήταν πολύ ψηλός  και καθώς δεν φυλαγόταν έγινε  στόχος για τον αντίπαλο. Ένα εχθρικό βλήμα τον πέτυχε χαμηλά στο στέρνο και τον έριξε άψυχο πάνω στο κανόνι  του υποβρυχίου. Τριάντα δύο άνδρες από το πλήρωμα σκοτώθηκαν. Κάποιοι έπεσαν στη θάλασσα κι άρχισαν να κολυμπούν για να ξεφύγουν, ενώ οι Γερμανοί συνέχιζαν να χτυπούν προς το μέρος των ναυαγών, ακόμη κι όταν το υποβρύχιο χάθηκε μέσα στα σκοτεινά νερά.

Γερμανοί Διοικ. Υποβρυχίων στο Ναύσταθμο Σαλαμίνας

 
Μια ώρα αργότερα η γερμανική κορβέτα έστειλε βάρκες για να μαζέψουν επιζώντες. Ανέσυραν μόνο δέκα έξι άτομα από τη θάλασσα, ανάμεσά τους και τον Μιχάλη Γκιόκα με τον Σπύρο Γκίνη. Οι Σαλαμίνιοι  Προκόπης Μαγιάτης,  Βασίλης Ράντος,  Νικόλαος Παναγιώτιζας και  Δημήτρης  Μαραλέτος  χάθηκαν μαζί με τον κυβερνήτη και τους υπόλοιπους συντρόφους τους.   

  Όμως  οι θαλασσομάχοι  του ελληνικού υποβρυχίου με τον γενναίο κυβερνήτη τους Βασίλη Λάσκο,  δεν παραδόθηκαν  ποτέ στον εχθρό.

Γιατί την ώρα που ο «Κατσώνης» χανόταν στα κύματα του Αιγαίου, η ελληνική σημαία εξακολουθούσε να κυματίζει πάνω του περήφανη!

 

*η Ευγενία Σοφρά-Μάθεση είναι Ερευνήτρια Σαλαμινιακής Ιστορίας