| Η ελιά της Όρσας |
Γράφει η Ευγενία Σοφρά-Μάθεση*
Αυτά ήρθαν στο μυαλό μου την ώρα που πέρασα στο «λιοτρίβι του Γαβριήλ» , περιμένοντας να ολοκληρωθεί το άλεσμα του δικού μου καρπού. Αυτό το χρονικό διάστημα κατάλαβα, παρατηρώντας τριγύρω, ότι βρισκόμουν ανάμεσα σε πολλούς χαρούμενους ανθρώπους. Μέσα στην φασαρία των μηχανημάτων, τις δυνατές, για συνεννόηση, φωνές και τις πικάντικες μυρωδιές του φρέσκου λαδιού και της πυρήνας , έβλεπα φίλους, οικογένειες , εργάτες , ψυχές αδελφωμένες και συνταιριασμένες στον κόπο του μαζέματος, αλλά και στη χαρά της καλής σοδειάς. Τριγύρω μου υπήρχαν άνθρωποι που δεν γκρίνιαζαν, ούτε παραπονούνταν για την οικονομική κρίση. Γιατί η φύση είναι καλό κι ακριβοδίκαιο αφεντικό και ξέρει όλους να τους ανταμείβει. Παρακολουθούσα με δέος το χρυσοπράσινο ελαιόλαδο να τρέχει, σαν ευλογία, μέσα στον μεγάλο κάδο κι από κει στα δοχεία και τις λαδούδες κι ενδόμυχα συμφωνούσα με τους αρχαίους Αθηναίους κι έδινα με τη σειρά μου, την ψήφο της νίκης στη θεά Αθηνά.
| Τίναγμα της ελιάς στην αρχαιότητα |
Ο χώρος αυτός και κάθε λιοτρίβι, είναι για λίγους μήνες κάθε χρόνο πλημμυρισμένος από την αρχέγονη χαρά του μόχθου. Αυτή η ανταμοιβή του κόπου και της προσπάθειας να συμφιλιωθεί ο άνθρωπος με τη γη και να την ημερέψει έχει ελαχιστοποιηθεί στην τεχνολογική εποχή μας κι αυτό το κενό είναι δύσκολο να αναπληρωθεί με άλλους τρόπους. Έχοντας μάλιστα προηγηθεί και μια πολυήμερη «κάθαρση» μέσα στην ηρεμία και τη γαλήνη του ελαιώνα, με ώρες κεφιού και συντροφιάς στην συγκομιδή αλλά και ώρες μοναξιάς και , γιατί όχι , περισυλλογής του νου κι ανάτασης της ψυχής, αφού βρίσκεται μέσα στα έργα του Θεού κι έχει αποδεσμευτεί από τους πιεστικούς ρυθμούς και τα βάσανα της καθημερινότητας.
Παλιότερα το μάζεμα της ελιάς ήταν αληθινό πανηγύρι, υποχρέωση αλλά και βιοτική ανάγκη. Σήμερα είναι όλα αυτά μαζί αλλά και κάτι περισσότερο που μας λείπει και το έχουμε απελπιστικά ανάγκη: η ηθική ικανοποίηση της δικής σου παραγωγής και η λυτρωτική επαφή με την φύση.
Εκεί στην αυλή του λιοτριβιού έμαθα ότι τα ελαιόδεντρα της Σαλαμίνας ανήκουν, στην πλειονότητά τους, στην ποικιλία «Μεγαρείτις με μεγάλη αντοχή στην ξηρασία και καλή απόδοση λαδιού που διακρίνεται για την πλούσια και γλυκιά γεύση του. Αυτό βέβαια θα εξαρτηθεί και από την επεξεργασία στο λιοτρίβι αφού είναι ο χώρος που παίζει καθοριστικό ρόλο στην τελική ποιότητα του λαδιού. Στην Σαλαμίνα κάποτε υπήρχαν πολλά λιοτρίβια, σήμερα λειτουργούν αυτό των κληρονόμων Γαβριήλ και της οικογένειας Βασιλείου στο Αιάντειο.
| Λιοτρίβι με μυλόπετρες |
Ιδρυτής του πρώτου ήταν ο Γεώργιος Νικολάου Γαβριήλ, ο οποίος τον Ιούλιο του 1935 έστησε την επιχείρηση, που λειτούργησε από τον Οκτώβριο του ίδιου έτους στην Λεωφόρο Κακής Βίγλας και συνεχίζει χωρίς διαλείμματα μέχρι σήμερα. Κοντά του δούλεψε από την αρχή ο γιος του Δημήτριος, ακολούθησε ο Κωνσταντίνος, ενώ ο τελευταίος γιος, ο Παναγιώτης, συμμετείχε πολύ αργότερα, επειδή γεννήθηκε ακριβώς τη χρονιά της έναρξης του λιοτριβιού. Η επιλογή του Αιαντείου δεν ήταν τυχαία. Ολόκληρη η Σαλαμίνα καλύπτεται από ελαιώνες , όμως το νότιο μέρος της έχει καλύτερη απόδοση κι αυτό οφείλεται τόσο στο υπέδαφος και τον πλούσιο υδροφόρο ορίζοντα, όσο και στην επικλινή θέση των ελαιώνων, που διευκολύνει την αποστράγγιση του εδάφους από το περιττό νερό. Έτσι ο καρπός έχει μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε λάδι. Το πρώτο μηχάνημα με τις μυλόπετρες και τα μουτάφια, υπήρχε ως το 1985. Τότε έγινε η εγκατάσταση του σύγχρονου φυγοκεντρικού συστήματος. Η λειτουργία του βασίζεται στην διαφορά του ειδικού βάρους που παρουσιάζουν τα συστατικά της ελαιοζύμης, με αποτέλεσμα να έχουμε από τη μια ταχύτερη παραγωγή αλλά και ελαιόλαδο καλύτερης ποιότητας και χαμηλότερης οξύτητας.
Ρώτησα έπειτα κι έμαθα για τη ντόπια σοδειά. Κυμαίνεται ετησίως περίπου σε 400 με 500 τόνους καρπού. Σε καλές χρονιές μπορεί να φτάσει τους 800 τόνους, αλλά αυτό συμβαίνει περίπου κάθε 10 με 12 χρόνια λόγω ιδανικών καιρικών συνθηκών. Αξιοσημείωτη χρονιά ήταν το 1986 όπου αλέστηκαν 1.200 τόνοι ελαιόκαρπου. Τότε το λιοτρίβι εργάστηκε ως τα τέλη Φεβρουαρίου του επόμενου χρόνου, για να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες .
Σήμερα η επιχείρηση ανήκει στα εγγόνια του Γεωργίου Γαβριήλ. Οι συνιδιοκτήτες φροντίζουν για τη συνεχή και σταθερή λειτουργία του λιοτριβιού, εξυπηρετώντας τους ντόπιους μικροπαραγωγούς κι αυτό, όπως διαπίστωσα, επιτυγχάνεται κυρίως από το μεράκι και την αγάπη τους για αυτή την ασχολία.
Σκέφτομαι πως η παραγωγική δύναμη της Σαλαμίνας μπορεί και πρέπει να αυξηθεί, γιατί ο τόπος μας διαθέτει αυτή τη δυνατότητα και προοπτική. Παρατηρώ συχνά κάποιους ελαιώνες, κυρίως στο νότιο μέρος του νησιού, πλούσιους και παραγωγικούς, αλλά αφημένους στην εγκατάλειψη. Πως λοιπόν μπορούμε να μιλάμε για οικονομική κρίση και ανέχεια; Ίσως τα πράγματα θα ήταν πολύ αλλιώτικα αν μπορούσε να αξιοποιηθεί και το τελευταίο ελαιόδεντρο πάνω σε τούτο το νησί!
*η Ευγενία Σοφρά-Μάθεση είναι Ερευνήτρια Σαλαμινιακής Ιστορίας