γράφει η Κατερίνα Π. Κοφινά*
Τον άντρα μου τον γνώρισα σε ένα ταξίδι στα Τρίκαλα που είχα πάει με την αδερφή μου. Ήταν ο ιδιοκτήτης ενός ρεστοράν όταν πήγαμε να φάμε εκεί . Απλά κοιταχτήκαμε και από εκεί ξεκίνησε ένας μεγάλος έρωτας ο οποίος και σφραγίστηκε με τον όμορφο γάμο μας.
Και ύστερα με πήγε να ζήσουμε στο σπίτι του, ένα όμορφο πέτρινο αρχοντικό , στην παλιά πόλη των Τρικάλων στο Βαρούσι, που βρίσκεται στις παρυφές του Φρουρίου. Το σπίτι ήταν χτισμένο τον 17 αιώνα αλλά ήταν πολύ καλά διατηρημένο. Τα Τρίκαλα τα αγάπησα από την πρώτη στιγμή που έμεινα εκεί, γιατί είχε μεγάλη ιστορία αφού η αρχαία πόλη Τρίκκα ιδρύθηκε γύρω στην 3 χιλιετία π.χ. Εκεί είχε ζήσει ο Ασκληπιός άλλωστε. Και τα αξιοθέατα του ήταν πολλά. Από το βυζαντινό κάστρο, ως το τζαμί του Οσμάν Σαχ , και από τον ποταμό Ληθαίο ως τον λόφο του Προφήτη Ηλία , η τον μύλο του Ματσόπουλου που κατασκευάστηκε στα 1884 και το κτήριο του Σιδηροδρομικού σταθμού . Τα πάντα σε υατή την πόλη ήταν πανέμορφα.
Ο σύζυγος μου ο Αναστάσιος Μακρίδης ήταν από μια πολύ πλούσια οικογένεια με τις ρίζες της να χάνονται πίσω στον 17 αιώνα. Είχαν επιχειρήσεις από κρέατα και κρασί , ως και γαλακτοκομικά προϊόντα και κηπευτικά. Το αρχοντικό της οικογένειας ήταν ένα διατηρητέο κτίσμα που ο σύζυγος μου είχε καταφέρει να το εντάξει σε ένα σχέδιο ΕΣΠΑ και το σπίτι μαζί με άλλα στην περιοχή ήταν από τα στολίδια που άντεξαν στο χρόνο. Θυμάμαι όταν μπήκα για πρώτη φορά στο αρχοντικό την μυρωδιά του ξύλου. Το σπίτι είχε ένα υπόγειο, και δυο πατώματα, με μια σοφίτα στο πιο ψηλό του σημείο. Τα μπαλκόνια του ήταν μικρά με σιδερένια κάγκελα και οι μπαλκονόπορτες από ξύλο σκούρο. Όλες οι κουρτίνες ήταν υφαντές και τα πατώματα ξύλινα. Πολυέλεοι κρεμόντουσαν από τα ψηλά του ταβάνια , και δέντρα υπήρχαν στην έκταση του.
Συνήθως δούλευα από το σπίτι με τον υπολογιστή μου. Ήμουν οικονομολόγος και όταν ήρθα στα Τρίκαλα έφτιαχνα τα οικονομικά του Αναστάσιου και μετά από λίγο καιρό φίλοι του και συνεργάτες με επέλεξαν να κάνω και τα δικά τους. Έτσι απόκτησα σιγά αλλά σταθερά την δική μου πελατεία.
Δεν χρειαζόταν να ασχοληθώ με τις δουλειές του σπιτιού αφού υπήρχε η μαγείρισσα και η καθαρίστρια που δούλευαν για τον Αναστάσιο πριν πάω εγώ να μείνω εκεί.
Έτσι είχα χρόνο για μένα και την δουλειά μου. Ο Αναστάσιος έφευγε το πρωί στις εννιά και ερχόταν το βράδυ. Το ρεστοράν μαζί με τις υπόλοιπες επιχειρήσεις του δεν του άφηναν πολύ χρόνο. Αλλά αυτό δε με πείραζε. Μπορούσα να κάνω μακρινούς περιπάτους , να πιω τον καφέ μου στην πλατεία και να επισκεφτώ τα αξιοθέατα. Ήμουν στα Τρίκαλα και στο αρχοντικό των Μακρίδων για τρεις μήνες όταν άρχισα να ακούω κάτι περίεργους θορύβους, που ερχόντουσαν από το πάνω μέρος του σπιτιού. Στην αρχή δεν έδωσα σημασία. Γιατί πολλά περιστέρια υπήρχαν στην περιοχή και αρκετά από αυτά επισκέπτονταν το αρχοντικό.
Όμως μια μέρα με πολύ χιόνι έξω , καθώς ήμουν στον καναπέ του καθιστικού ένας τρομερός θόρυβος σα κάτι που να έσπαγε με τίναξε. Για λίγο αφουγκράστηκα. Δεν ακούστηκε τίποτα. Αλλά η περιέργεια μου ήθελε μια εξήγηση. Και ανέβηκα στο πρώτο όροφο, μετά στο δεύτερο και ανακάλυψα πως όλους αυτούς τους μήνες δεν είχα πάει ποτέ προς τον τρίτο όροφο εκεί που βρισκόταν η σοφίτα. Κοίταξα την ξύλινη σκάλα με την πανέμορφη κουπαστή. Και δειλά έκανα ένα βήμα μπροστά, όταν άκουσα την καθαρίστρια να μου λέει.
-Κυρία καλό θα ήταν να μην ανεβείτε αυτά τα σκαλοπάτια προς την σοφίτα.
Γύρισα και την κοίταξα με απορία.
-Καλύτερα να ρωτήσετε τον κύριο Μακρίδη. Μου απάντησε και με την απορία να με τρώει κατέβηκα στο σαλόνι και κάθισα να διαβάσω ένα βιβλίο.
Μέχρι να έρθει ο Αναστάσιος το βράδυ καθόμουν σε αναμμένα κάρβουνα. Έκανα συνέχεια διάφορες σκέψεις για την σοφίτα η οποίες μόνο καλές δεν ήταν. Που να ήξερα τότε.
Όταν άκουσα το κλειδί στην πόρτα και ο άντρας μου μπήκε με χαμόγελο στο σπίτι τον ρώτησα ευθέως.
-Τι μυστικό κρύβει η σοφίτα; Και με μιας το πρόσωπο του άλλαξε. Τα χείλη του σφίχτηκαν, και γύρισε αλλού το βλέμμα.
-Τι συμβαίνει Αναστάσιε; Τι μου κρατάς μυστικό; Τον ρώτησα
-Στην σοφίτα δεν θα πας ποτέ. Δεν είναι ασφαλής για σένα. Είναι κλειδωμένη η πόρτα και τα κλειδιά τα έχω εγώ. Πως πήγες εκεί;
-Μα γιατί; Τι υπάρχει εκεί μέσα; Άκουσα ένα
-Κάτι που αν βγει έξω δεν θα είναι κανένας ασφαλής, σε παρακαλώ ας το ξεχάσουμε το θέμα. Είναι έτσι κλειδωμένη δυο αιώνες τώρα. Υποσχέσου μου πως δεν θα με ρωτήσεις ποτέ για αυτό. Μου είπε και έβαλε λίγο ουίσκι σε ένα ποτήρι. Το ήπιε μονορούφι και χαμογέλασε.
-Τι καλό έχουμε για φαγητό; Πεινάω σα λύκος . Είπε και πήγε στην κουζίνα αφήνοντας με, με περισσότερες ερωτήσεις , από ότι είχα πριν.
Το θέμα ξεχάστηκε εκείνη την ημέρα , αλλά εγώ δεν μπορούσα να ηρεμίσω. Και αν ο Αναστάσιος ήταν κανένας δολοφόνος; Αν η σοφίτα έκρυβε τα πτώματα τν θυμάτων του;. Αλλά και πάλι δεν θα βρώμαγε ο τόπος;. Οι σκέψεις μου μέρα με την μέρα πλήθαιναν. Η ζωή μας κυλούσε ήρεμα , και αφοσιώθηκα στη δουλειά μου. Και έτσι πέρασε ακόμα ένας μήνας. Όμως τα φίδια με έτρωγαν. Και έτσι δειλά , δειλά και με προσοχή μια μέρα που η μαγείρισσα είχε βγει για ψώνια , έψαξα όλο το σπίτι να βρω το κλειδί της σοφίτας. Και το ανακάλυψα μέσα σε ένα συρτάρι της κουζίνας , μαζί με τα μαχαιροπίρουνα σε μια μεριά. Ήταν ένα παμπάλαιο κλειδί , σκουριασμένο με κάτι σβησμένα αρχικά. Που έμοιαζαν με δυο Μ μπλεγμένα μεταξύ τους. Το κράτησα για λίγο στην παλάμη μου σφικτά και πήρα την απόφαση να ανοίξω εκείνη την πόρτα και τα μυστικά που έκρυβε. Μόλις έφτασα στη σοφίτα και κοίταξα την ξύλινη πόρτα , που ήταν κατασκευασμένη με χοντρό μαονένιο ξύλο είδα τα ίδια αρχικά που είχε το κλειδί. Μ,Μ το ένα μέσα στο άλλο. Έβαλα το κλειδί και προσπάθησα να την ανοίξω. Η πόρτα δεν κουνιόταν. Σίγουρα δεν είχε για αιώνες χρησιμοποιηθεί. Με ένα δυνατό χτύπημα με τον ώμο μου, έτριξε και άνοιξε μια σταλιά. Έβαλα όση δύναμη είχα και τελικά την άνοιξα όχι όμως διάπλατα. Ίσα , ίσα για να μπω. Το μέρος μύριζε μούχλα. Προσπάθησα να βρω κάποιο διακόπτη για να φωτίσω το μέρος. Δεν βρήκα τίποτα , αλλά είχα επάνω μου ένα μικρό φακό, σε περίπτωση που δεν θα είχε φως το μέρος. Και τον άνοιξα , για να δω μια σειρά από πίνακες στους τοίχους, ένα παλιό καθρέφτη, ένα σιδερένιο κρεβάτι με δυο πολυθρόνες , και μια μεγάλη βιβλιοθήκη. Στους πίνακες απεικονίζονταν πρόσωπα ανθρώπων , μιας άλλης εποχής. Υπήρχαν τέσσερις πίνακες στο δωμάτιο. Ο ένας είχε ένα νέο άντρα μέχρι δεκαοχτώ χρονών, στον άλλον ένα άντρα περίπου στα σαράντα .Υπήρχε ο πίνακας μιας κοπέλας ούτε δέκα πέντε ετών , και ακόμα ένας που έδειχνε μια πανέμορφη γυναίκα περίπου στα τριάντα της. Την έδειχνε να κάθεται σε μια πολυθρόνα και να κοιτάζει στο κενό. Αλλά το περίεργο με εκείνη ήταν πως ένιωσα αμέσως ότι με κοίταζε έντονα. Δεν έδωσα σημασία εκείνη την στιγμή γιατί ήθελα να εξερευνήσω όλο τον χώρο. Υπήρχε κει ένα σκαλιστό γραφείο, με μια πένα και κάτι κιτρινισμένα χαρτιά επάνω του. Πήγα κοντά και τα κοίταξα. Είχαν ημερομηνία 17 Μαρτίου του 1756. Τα υπέγραφε μια Μαργαρίτα Μακρίδη. Το Διπλό Μ,Μ , αλλά τα γράμματα στα χαρτιά εκείνα ήταν γράμματα μιας διαλέκτου που δεν αναγνώρισα. Τι συνέβαινε εκεί μέσα; Εγώ δεν μπορούσα να διακρίνω κανένα κίνδυνο. Ήταν μια σοφίτα , που ίσως υπήρξε το γραφείο , μιας από τους συγγενείς του άντρα μου. Γιατί λοιπόν ήταν κλειδωμένη;
Κάθισα για λίγο να ξαποστάσω στην καρέκλα του γραφείου που ήταν δερμάτινη με σκαλίσματα στα χέρια και τα πόδια της. Και τότε με την άκρη του ματιού μου κατάλαβα μια κίνηση στον πίνακα. Στον πίνακα της Μαργαρίτας Μακρίδη. Έριξα την δέσμη του φακού προς τα εκεί. Και αυτό που είδα μου πάγωσε το αίμα. Ο πίνακας ήταν άδειος. Σηκώθηκα όρθια και κοίταξα ξανά. Στον πίνακα δεν υπήρχε τίποτα. Κρύος ιδρώτας με έλουσε. Έκανα δυο βήματα πίσω , και τότε στον καθρέφτη είδα την γυναίκα με ένα άγριο βλέμμα να με κοιτάζει πίσω από την πλάτη μου. Γύρισα απότομα και την είδα πίσω μου με ανοιχτό το στόμα να χαμογελά. Και τα δόντια της ήταν μυτερά. Τα χέρια της απλώθηκαν να με πιάσουν και τα νύχια της ήταν τεράστια. Και τότε τα κατάλαβα όλα. Η σοφίτα ήταν κλεισμένη για πάντα , για να μη βγει από εκεί η βρικόλακας . Έτρεξα και βγήκα έξω. Αμπάρωσα την πόρτα και κατέβηκα τα σκαλιά κουτρουβαλώντας. Το μυστικό της οικογένειας Μακρίδη, ήταν πια και δικό μου.
* η Κατερίνα Π. Κοφινά είναι συγγραφέας