γράφει η Έλλη Κορρού*
Το θέατρο είναι ένας χώρος κρυστάλλινος, διάφανος, είναι ένας χώρος διαπραγμάτευσης, ανοιχτός στην κινητικότητα και τη ρευστότητα των ταυτίσεων. Το θέατρο μας δείχνει πού είμαστε στην ιστορία. Το θέατρο ανασυγκροτεί και «ανασημαίνει», αντιστρέφει τα δίπολα, τα στερεότυπα, αποτελεί μια πράξη αντίστασης στην κυρίαρχη ιδεολογία, είναι πράξη ελευθερίας ( Derrida).
«Τι άραγε να θέλει αυτός ο θεατρίνος με τον στραβό μπερέ…» ρωτούσαν οι Κουλουριώτες, όταν ο Μπόγρης επισκεπτόταν το νησί του, τη Σαλαμίνα, για να βρει το ήσυχο μέρος της Υπαπαντής στο Αμπελάκι για να συγγράφει, περίπου στα μέσα του προηγούμενου αιώνα (Βελτανισιάν, 2011).
Τι άραγε να είπε στις νεανικές και εφηβικές ψυχές των μαθητών του 2ου Γυμνασίου Σαλαμίνας, ο Δημήτρης Μπόγρης (1890-1964), θεατρικός συγγραφέας από τη Σαλαμίνα, εκείνο το καλοκαιρινό βράδυ της 28ης Ιουνίου 2023, έναν αιώνα σχεδόν, μετά τη συγγραφή του έργου του «Καινούργια Ζωή», και σημείωσε τέτοια επιτυχία η παράσταση, ανεβασμένη από τους έφηβους μαθητές του σχολείου. Ένα έργο βαθιά ηθογραφικό, βραδείας καύσεως, χωρίς μεγάλες εντάσεις και συγκρούσεις, χωρίς ανατροπές, όπου κυριαρχεί η politically correct συμπεριφορά των ηρώων, η διακριτικότητα, η ευγένεια και το ηθικό ανάστημα.
Με τη γλαφυρή σκηνοθετική ματιά τους, τη συνέπεια στο κείμενο και τα κοινωνικά και ιστορικά συμφραζόμενα της εποχής του, οι δυο εμπνευσμένες φιλόλογοι του 2ου Γυμνασίου, κα. Ευαγγελία Διολέτη και κα. Μαρία Ρίζου, δίδαξαν τους θεατρικούς ρόλους στους μαθητές με πιστότητα και αληθοφάνεια σαν να ζωντάνεψαν οι ήρωες του κειμένου, σαν να μας μετέφεραν, ως κοινό, στον προηγούμενο αιώνα, πριν από τον πόλεμο, τόσο ξένο από τον κόσμο μας και, κυρίως τόσο μακρινό από την πραγματικότητα και τα βιώματα των μαθητών μας..
Σε μια πολυτάραχη ιστορική συγκυρία της Ελλάδας, με αλλεπάλληλες δοκιμασίες των Βαλκανικών πολέμων, των δυο παγκόσμιων πολέμων και του εθνικού διχασμού, μέσα στη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό, ο Μπόγρης διέσωσε τον πυρήνα της ελληνικής κοινωνίας, την οικογένεια, ανέπαφο, συμπαγή και καθαγιασμένο, μέσα στις αντιφάσεις και αδιέξοδα. Η βαθιά ηθογραφική στόφα της τέχνης του, παράδοση από τον Βιζυηνό, διασφάλισε τη βασική αξία της ελληνικής οικογένειας και δεν διαβρώθηκε, καθιστώντας το οικογενειακό πλαίσιο, μια ουτοπία (Μισέλ Φουκώ, 2011), όπου το θαύμα μπορεί να επιτευχθεί και οι ανθρώπινες προσδοκίες να γίνουν αληθινές. Ο τίτλος του έργου και της ομώνυμης παράστασης «Καινούργια Ζωή» μαρτυρά την αισιοδοξία και τη θετική προοπτική της πραγματοποίησης της ουτοπίας, του μικρού ταπεινού ονείρου που κρύβεται μέσα σε κάθε οικογένεια, σε κάθε μικρή γωνιά του ελληνικού σπιτιού, της εστίας, όπου όλα μπορούν να συμβούν αρκεί να διασωθούν οι θεμελιώδεις αξίες της αγάπης, του σεβασμού, του φιλότιμου, της αλληλεγγύης.
Το έργο «Καινούργια Ζωή» του Μπόγρη γράφτηκε το 1936 και πρωτοπαίχτηκε την ίδια χρονιά από τον Θίασο Κοτοπούλη. Το έτος 1948 παρουσιάστηκε από τον Οργανισμό Εθνικού Θεάτρου στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Στην Κούλουρη ο Δημήτρης Μπόγρης ήταν γνωστός από το πολύ σημαντικό ηθογραφικό έργο του «Τα αρραβωνιάσματα», έργο που σκιαγραφεί την ανθρωπογεωγραφία του νησιού, την απλότητα της ζωής του, την παράδοση του νησιού, τη θαλασσινή ταυτότητά του. Ο συγγραφέας δημιουργεί ρεαλιστικούς χαρακτήρες στους ήρωες ενώ αποδίδει με αδρές πινελιές τις συγκρούσεις, στο πλαίσιο του ηθικού κώδικα της ελληνικής κοινωνίας.
Οι έφηβοι μαθητές απέδωσαν με δραματικό μεγαλείο και θεατρικότητα τους ρόλους του έργου. Τα τρία αδέλφια, τον δάσκαλο και συγγραφέα Γιώργη (περσόνα του συγγραφέα Μπόγρη), τον Θρασύβουλο, συμπαθητικό και αθώο μπεκρή και την Αγλαϊα, σεμνή γεροντοκόρη, στερνοί απόγονοι μιας ξεπεσμένης αστικής οικογένειας, ενσαρκώθηκαν από τους υπέροχους μαθητές, Δρακωτό Γεώργιο, Βιλλιώτη Ηλία και Μπαρμπάτη Ευθυμία. Τον ρόλο της Νάτας, δακτυλογράφου και συζύγου του Γιώργη, η οποία δρα ως καταλύτης στην αναγέννηση της ξεπεσμένης οικονομικά οικογένειας και προσφέρει ηθικά, κοινωνικά και οικονομικά εχέγγυα ούτως ώστε η οικογένεια να ανασυντάξει τα κομμάτια της και να κερδίσει μια δεύτερη ευκαιρία ζωής, μια ουτοπία σε επίπεδο ηθικό, πράγμα που έμοιαζε αρχικά, αδύνατον, ενσαρκώνει η ταλαντούχα μαθήτρια Ματαράγκα Ρεγγίνα. Ο παλμός της ηθοποιίας όλων των νέων μαθητών, συντελεστών της παράστασης, μετέδωσαν στο κοινό, έναν αέρα αισιοδοξίας, μια αίσθηση ότι, από τα νιάτα θα προκύψει αυτή η «Καινούργια Ζωή» που όλοι λίγο, έως πολύ αποζητάμε σε ψυχικό απόθεμα στην Ελλάδα της σύγχρονης συγκυρίας. Μόνο με ευχαρίστηση και ευγνωμοσύνη φύγαμε μετά το πέρας της παράστασης από τον λόφο Πατρίς και το Ευριπίδειο Θέατρο Σαλαμίνας.
Εκείνο το βράδυ της 28ης Ιουνίου 2023, όταν ο Δημήτρης Μπόγρης επέστρεψε και «μίλησε» ξανά στον τόπο του. Αυτός ο κρυστάλλινος, διάφανος ιστός της λεπτής, ανεπαίσθητης συγγένειας που μας ενώνει με τη λογοτεχνική παράδοση του τόπου μας και μας υπενθυμίζει ότι, «αυτόν τον τρελό θεατρίνο με τον στραβό μπερέ» που διώχθηκε κάποτε από τον τόπο του, αυτός, αδιαλείπτως, μας ακολουθεί και μας δείχνει τον δρόμο της ανατροπής και της «Καινούργιας Ζωής», μια δεύτερη ευκαιρία να βρούμε και να πιάσουμε πάλι την κόκκινη κλωστή του νήματος και να οδηγηθούμε, ο καθένας στη δική του ουτοπία, μέσα από τη δύναμη της τρυφερής ποιητικής του πένας και τον αέρα αισιοδοξίας που ενέπνευσαν στο κοινό, οι νέοι μαθητές και οι εμπνευσμένες φιλόλογοι.
Όμως εγείρεται και ένα δεύτερο βαθύτερο ερώτημα από εκείνο του «τρελού θεατρίνου» που επιστρέφει στον γενέθλιο τόπο του και οι Κουλουριώτες ρωτούν τι άραγε να θέλει εκεί. Το ερώτημα είναι, τι άραγε αποκόμισαν οι νέοι πρωταγωνιστές και θεατές από την εμπειρία αυτής της παράστασης, στη διαλεκτική τους με αυτό το τόσο «ντεμοντέ», κειμένο του προηγούμενου αιώνα, όπου η επικοινωνία των νέων γινόταν με το «σεις και με το σας» και διαμέσου εχέμυθου αντιπροσώπου και όχι μέσω των socialmedia, των πλατφορμών δικτύωσης και της απομονωμένης οικειότητας.
Η αγάπη στα χρόνια της ψυχρής οικειότητας του σήμερα απέχει πολύ από την άδολη και αθώα αγάπη του Μπόγρη. Η τέχνη του θεάτρου κατεξοχήν κοινωνική και αλληλεπιδραστική τέχνη, αποτελεί μια επαναστατική πράξη «αντίστασης στο θάνατο» (Μισέλ Φουκώ) και κατάφασης στο θαύμα της ζωής και της ανθρώπινης ύπαρξης. Το θέατρο μας φέρνει όλους κοντά με όρους μη αριθμήσιμους, με όρους ψυχικής ανθεκτικότητας και όχι ωφελιμισμού. Το θέατρο αποτελεί κατάφαση της «συλλογικής συνείδησής» (Αριστοτέλης) μας. Αποτελεί μια πράξη επαναστατική, ανατρεπτική για αναζητά νέους τρόπους και κώδικες συνεύρεσης με τον άλλον άνθρωπο, σε δραματική αντίστιξη με τον κυρίαρχο κώδικα της ψυχρής οικειότητας που προβάλλει ο αιώνας της παγοσμιοποίησης, της τεχνολογικής υπεροψίας, της κλιματικής αλλαγής, της υποδούλωσης της ελευθερίας στα γρανάζια της πολυπλοκότητας.
Οι νέοι εκείνο το βράδυ συνέτειναν σε μια εναλλακτική πρόταση επικοινωνίας, σε μια «Καινούργια Ζωή». Αναβίωσαν τις εποχές όπου στην Κούλουρη λειτουργούσαν θεατρικές ομάδες όπως η ΘΟΚ (Θεατρική Ομάδα Κούλουρης) και άλλες και η συλλογική ζωή ήταν ένα πανηγύρι ιδεών και αγάπης.
Οι νέοι του 2ου Γυμνασίου Σαλαμίνας. Αλλά και όλοι οι νέοι της Σαλαμίνας με τις παραστάσεις που ανέβασαν φέτος,όπως το 2ο Λύκειο Σαλαμίνας και αρκετά Δημοτικά Σχολεία, μας στέλνουν ένα ηχηρό μήνυμα μετά τα χρόνια του εγκλεισμού μας, ανάγκης για ζωή, επικοινωνία και αλήθεια.
*Έλλη Κορρού
Εκπαιδευτικός- Φιλόλογος
ΜΑ Δημιουργική Γραφή
ΜΑ Θέατρο και Δημιουργική Γραφή
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Βελτανισιάν
Παναγιώτης, «Τι θέλει αυτός ο θεατρίνος με τον στραβό μπερέ», Περιοδικό
Ασσόδυο, Οστεοφυλάκειο, 27 Ιουλίου 2020
DerridaJacques, Η Γραφή και η Διαφορά, Καστανιώτης,
Αθήνα 2003.
Φουκώ Μισέλ, Οι λέξεις και τα πράγματα, Μια αρχαιολογία των επιστημών του ανθρώπου, Γνώση, Αθήνα 2004.





