«Το συρτάρι»


διήγημα της Μαίρης Κανάκη*

Παρασκευή. Τελευταία μέρα της εβδομάδας. 38η ημέρα που μένουμε σπίτι. Ο καιρός κακός από το πρωί. Πίνω γρήγορα καφέ και μπαίνω στο υπνοδωμάτιο με φούρια. Με μια ανιχνευτική ματιά, βλέπω ότι μόνο το τελευταίο συρτάρι στο κομοδίνο έχει απομείνει. Μετά κι απ’ αυτό, το πρότζεκτ «εκκαθάριση στις μέρες καραντίνας» θα έχει επιτυχώς κλείσει. 

Έχει καιρό να ανοιχτεί. Γονατίζω κι αρχίζω να σκάβω. Γρατζουνισμένα CD, ημερολόγια με αραχνιασμένες σημειώσεις, φωτογραφίες μου με μακρύ μαλλί. Ένας αναπτήρας zippo, στην θήκη του, γενναίο απομεινάρι της καπνιστικής μου εποχής. Κάρτες γενεθλίων, αυτοσχέδιες, αφαιρετικές, μα τόσο εγκάρδιες. Χαμένες επαφές στον χρόνο που ξεπηδούσαν σήμερα για ενός λεπτού πάρτι.

Κουκλάκια με ξεχαρβαλωμένες καρδιές στα έγκατα του συρταριού υπενθυμίζουν μάταια “Happy Valentine’ s Day”. Η φοιτητική μου κάρτα από τη Φιλοσοφική Σχολή. Φοράω πολλά χαϊμαλιά στον λαιμό κι ένα T shirt που παραδόξως έχω ακόμα. Το γούστο μου διαχρονικό. Η διαπίστωση της ημέρας. 

Στα δεξιά, ένας λευκός φάκελος ερμητικά κλειστός τα τελευταία χρόνια. Θυμάμαι καλά τι κρύβει μέσα. Εισιτήριο με προορισμό την Ύδρα. Είχα επιλέξει να μην πάω. Θα ήταν ταξίδι ανάκριση κι εκείνη την εποχή δυσκολευόμουν με την αλήθεια. Κράτησα όμως το εισιτήριο. Για να μην ξεχνώ τις επιλογές μου.

Στα αριστερά, ένα μονό σκουλαρίκι. Αγαπημένο. Το ταίρι του είχε χαθεί πάνω σε ξέφρενο χορό σε ένα γωνιακό μπαρ στην Αθήνα. Είχα επιστρέψει σπίτι κατάκοπη κι αλαφιασμένη. Και με ένα σκουλαρίκι. Το άλλο μπορεί τώρα κάποιος άλλος να το φοράει.

Τραβούσα την ζωή μου από τα μαλλιά. Ήθελα να την δω να βγαίνει έξω, να ξαναδεί το φως. Να σμίξει με το παρόν, να γαληνέψω. Έκλεισα το συρτάρι τρομαγμένη. Δεν ήθελα να αποχωριστώ τίποτα από εκεί μέσα. Η εκκαθάριση του συρταριού αναβλήθηκε για πάντα. 


*η Μαίρη Κανάκη είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας

-Πρώτη δημοσίευση I travel poetry-